Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

ΟΧΙ στην ιδιωτικοποίηση των υποδομών ύδρευσης ψήφισε και το Δημοτικό Συμβούλιο του Μαραθώνα.


  •  ακολούθησε και ο ιστορικός Δήμος Μαραθώνα σε απόφαση κατά της ιδιωτικοποίησης των υποδομών ύδρευσης.
Δείτε το "animation video" με θέμα την επιστροφή του νερού σε δημόσια χέρια, που βασίστηκε στην έρευνα του Corporate Europe Observatory του Municipal Services Project,  και του Transnational Institute.   

 O υποτιτλισμός στα ελληνικά  έγινε από την ομάδα του SAVEGREEKWATER. Απο ό,τι φαίνεται για μια ακόμη φορά οι «λύσεις» που επιβάλλονται στη χώρα μας, είναι ήδη παρωχημένες για τις κοινωνίες όχι μόνον της Ευρώπης αλλά και του αναδυόμενου κόσμου.

 Ακολουθεί η Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Μαραθώνα για το νερό.
 
Το Δημοτικό Συμβούλιο Μαραθώνα στη συνεδρίαση της Τρίτης 19 Μαρτίου 2013 ενέκρινε ψήφισμα που κατέθεσε ο Φώτης Δεληβοριάς ενάντια στην ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ
ΨΗΦΙΣΜΑ του Δημοτικού Συμβουλίου Μαραθώνα 
ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ  ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ  ΤΗΣ ΕΥΔΑΠ
Το νερό πρέπει να είναι δημόσιο γιατί συνιστά πολύ βασικό όρο ζωής.
Το καθαρό προσιτό νερό αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα και το ευρύτερο θέμα της διαχείρισης των υδάτων για ιδιωτική και γεωργική χρήση πρέπει να παραμείνει ένα δημόσιο αγαθό.
Η ιδιωτικοποίηση του νερού είναι πρωτίστως θέμα δημοκρατίας.

H διεθνής εμπειρία έχει καταδείξει ότι η ιδιωτικοποίηση του νερού έχει ως σύνηθες αποτέλεσμα την αλματώδη αύξηση των τιμών και την υποβάθμιση της ποιότητας του. Οι ιδιωτικοποιήσεις της διαχείρισης, όπου έγιναν, οδήγησαν σε:

Τεράστιες αυξήσεις στην τιμή, (Πορτογαλία 400% Μαρόκο 300% Αργεντινή 100% Μ.Βρετανία 67%)

Ακατάλληλο πόσιμο νερό, υπολειτουργία των δικτύων(νερό μολυσμένο σε Σύδνεϋ, Ontario, Μπουένος Άιρες, Ν.Αφρική).
Σε ολόκληρη την Ευρώπη αναπτύσσεται ένα μεγάλο κίνημα με στόχο στον 21ο αι. να γενικευτεί η δημοτική ή κρατική διαχείριση του νερού.

Στη Γαλλία όλες οι μεγάλες δημοτικές συμβάσεις για το νερό, επαναδημοτικοποιούνται.

Στην Ιταλία, με δημοψήφισμα το 2011, 95% καταψήφισε την ιδιωτικοποίηση του νερού.

Στη Γερμανία το σύνολο του τομέα ύδρευσης ανήκει σε δημόσιους φορείς.

Στην Ελλάδα βαδίζουμε αντίστροφα.

Η ΕΥΔΑΠ ΑΕ δεν είναι ελλειμματική και εξασφάλίζει νερό σε επάρκεια και άριστη ποιότητα.

Είμαστε αντίθετοι στην πώληση της ΕΥΔΑΠ ΑΕ. Θεωρούμε ότι μια τέτοια εξέλιξη είναι εις βάρος του κοινωνικού συμφέροντος και επιφυλασσόμαστε για το δικαίωμα μιας ιδιωτικής εταιρίας αλλά και οποιασδήποτε νομικής μορφής να έχει στην ιδιοκτησία της αποκλειστικά ή μερικά δικαιώματα χρήσης των υδάτινων πόρων που αποτελούν φυσικό αγαθό και μάλιστα απολύτως απαραίτητο για την επιβίωση ανθρώπων, φυτών και ζώων, αγαθό που προστατεύεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία (οδηγία πλαίσιο 2000/60) αλλά και τον ΟΗΕ που στις 28 Ιουλίου 2010 ενέκρινε ψήφισμα, για να προσθέσει την πρόσβαση σε καθαρό νερό στη διακήρυξη του για τα ανθρώπινα δικαιώματα (AG/10967).
Απαιτούμε να παραμείνει το νερό κοινωνικό αγαθό, ασφαλές και φθηνό για όλους και η ΕΥΔΑΠ, να συνεχίσει να είναι μία Δημόσια και κοινωφελής εταιρεία.
Παρότι η τάση στην Ευρώπη είναι η ανάκτηση των εταιριών ύδρευσης από τους διάφορους δήμους, για μια ακόμη φορά με καθυστέρηση εικοσαετίας το ελληνικό κράτος «εκσυγχρονίζεται» προς το παρελθόν.
  • Ποια άραγε θα είναι η μοίρα της ύδρευσης κοστοβόρων για την ιδιωτική πρωτοβουλία  απόμακρων η αραιοκατοικημένων περιοχών;
  • Τι είδους οικολογική επιβάρυνση μπορεί να επιφέρει η περαιτέρω απώλεια κοινωνικού ελέγχου στην ποσότητα του νερού που αντλείται και στο πού πωλείται;
  • Τι ακριβώς θα πωληθεί εν τέλει και σε τι ζημία του κοινωνικού συνόλου δεδομένου ότι οι επενδύσεις υψηλού κόστους αυτών των επιχειρήσεων αφορούν τις υποδομές τους που ήδη έχουν πληρωθεί με έξοδα των φορολογούμενων πολιτών;
Ζητάμε να αποσυρθεί η ΕΥΔΑΠ αλλά και όποια άλλη εταιρία ύδρευσης από το μενού των αποκρατικοποιήσεων και να προστατευθούν οι πηγές σε όλη την επικράτεια.

Μαραθώνας 19 Μαρτίου 2013
Διαβάστε περισσότερα »

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Συνέχεια του αφιερώματος στο ισπανικό σινεμά από τη Κινηματογραφική Λέσχη Παλλήνης. Τετάρτη 20 Μαρτίου.


Διαβάστε περισσότερα »

"Οι καραμέλες της ζωής μας"


 Από τον Mario de Andrade (Βραζιλιάνο ποιητή, συγγραφέα, δοκιμιογράφο και μουσικολόγο ). Πριν μας τελειώσουν οι καραμέλες στο σακουλάκι της ζωής μας.

(Αφιερωμένο στον φίλο μου τον Άρη που μου το έστειλε και το αναδημοσιεύω εμπλουτισμένο, προσθέτοντας και την ερμηνεία που σ' εμένα θα ταίριαζε περιισσότερο.)  


 «Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται
λιγότερος χρόνος ζωής απ’ ότι έχω ζήσει έως τώρα…

Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες:
τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι
του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.

Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται,
καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί,
γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.

Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη
χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.

Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.

Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν
παραφουσκωμένοι εγωισμοί.

Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.

Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους
ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και
τα επιτεύγματα τους.

Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα
μεγαλοπρεπές αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το
περιεχόμενο… μετά βίας για την επικεφαλίδα.

Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις
επικεφαλίδες. Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται…Μου μένουν
λίγες καραμέλες στη σακούλα…

Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους. Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια
Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια
και την ειλικρίνεια.
Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.

Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την
καρδιά των ανθρώπων…
Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως
μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.

Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η
ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.

Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου
απομένουν…Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ’όσες έχω ήδη φάει.

Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη
με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.

Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα
φτάσεις κι εσύ…»

 Προσωπικά θα διάλεγα μια διαφορετική ερμηνεία και θα ήμουν πιο κοντά στην επόμενη ανάλυση των ανωτέρω στίχων...

Για τις πολύτιμες αυτές καραμέλες στο σακουλάκι της ζωής μας αξίζει:
Να μην ανεχόμαστε υπερόπτες κανίβαλους που μας  κουνάνε το δάχτυλο μπροστά στη μύτη μας  νομίζοντας πως μας  διαφεντεύουν από θέσεις εξουσίας στις οποίες τους ανεβάζει η απουσία γνώσης και παιδείας.
 
Να σβήσουμε από τον χάρτη του παρόντος αλλά και του μέλλοντος μας  τα  παραφουσκωμένα από εγωϊσμό πρόσωπα – παγώνια που κοιτάζουν με περιφρόνηση  το κατάντημα του λαού που αυτοί  έχουν προκαλέσει.
Να θεωρήσουμε επικίνδυνους όσους εκμεταλλεύονται και διαλαλούν την σωτηρία της χώρας. Ποτέ στην ιστορία της η χώρα δεν σώθηκε από αυτούς.
Να  οδηγήσουμε στην απώλεια τις παγερές εκείνες ματιές που γεννά η άλογη αγάπη για αξιώματα, τιμές και δόξες.
Να παλέψουμε απέναντι σε κάθε συμπεριφορά και σχέση αφέντη –δούλου. Όπου κι αν την συναντήσουμε.
Να αποδοκιμάσουμε αυτούς που αδικούν συνανθρώπους μας και να παλέψουμε για το δίκιο των αδυνάτων που τους καταπατήσανε οι ισχυροί.
Να καταστήσουμε αδύναμους τους ανάξιους να ακολουθήσουν την ανθρωπότητα στην πορεία της  προς το αιώνιο καλούπι της Αρετής.
Να τους ξεγυμνώσουμε από τα φκιασιδώματα της συγκάλυψης της εγωπάθειας τους μέσα από λόγους «υπέρ του λαού». Ποτέ αυτοί δεν ήταν με τον λαό.
Να τιμήσουμε όσους ανθρώπους δεν έχουν έπαρση και  εγωϊσμό, ανθρώπους τίμιους, ειλικρινείς  και  γενναίους που δεν θεωρούν ότι είναι καλύτεροι από εμάς
Να επιδοκιμάσουμε τον λόγο αυτών που μιλούν τη γλώσσα της λογικής και δεν προσπαθούν να με βγάλουν τρελό ή ψεύτη.
Να  εμπιστευτούμε ανθρώπους που οι δοκιμασίες της ζωής τους ωρίμασαν και γλύκαναν την ψυχή τους γιατί αυτοί μπορούν και αγαπούν.
Εδώ και τώρα. 

ΠΗΓΗ:
Διαβάστε περισσότερα »

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε, λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα.


Λίγο ακόμα θα ιδούμε
Λίγο ακόμα θα ιδούμε
Τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν
τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν
τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν

 
Λίγο ακόμα θα ιδούμε
Λίγο ακόμα θα ιδούμε
τα μάρμαρα να λάμπουν, να λάμπουν στον ήλιο
κι η θάλασσα να κυματίζει

Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε
Λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα
Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε
Λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα


Στίχοι:  
Γιώργος Σεφέρης
Μουσική:  
Μίκης Θεοδωράκης


 Γωνιά γωνιά σε καρτερώ
γωνιά γωνιά σε ψάχνω
ψάχνω να βρω τα μάτια σου
κι απ’ τον καημό τα χάνω

Αλλού απλώνεται δροσιά
κι αλλού χιονιάς σφυρίζει
και τ’ όνειρο που χάνεται
πάει και δε γυρίζει

Γωνιά γωνιά σε ζήτησα
γωνιά γωνιά σε βρήκα
σου φίλησα τα μάτια σου
και στους καημούς σου μπήκα

Αλλού απλώνεται δροσιά
κι αλλού χιονιάς σφυρίζει
και τ’ όνειρο που χάνεται
πάει και δε γυρίζει

Στίχοι:  
Δημήτρης Χριστοδούλου
Μουσική:  
Μίκης Θεοδωράκης


Διαβάστε περισσότερα »

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Τë lidhura (= δεσίματα). Οι Απόκριες του πάλαι ποτέ στα Μεσόγεια και στην Αθήνα




Γράφει ο Γιάννης Πρόφης (*)

Οι αποκριές είναι χαρούμενες γιορτές που διασώζουν πολλά στοιχεία της λεγόμενης «ειδωλολατρικής» προχριστιανικής εποχής. Στα αρβανίτικα αποκαλούνταν të lidhura (= δεσίματα). Περιλαμβάνουν πολλά έθιμα από τις αρχαιοελληνικές τελετές, που τελούνταν κάθε χρόνο με τον ερχομό της άνοιξης. Ο χριστιανισμός που ήρθε μετά, αποδέχτηκε πολλές φορές σιωπηρά τη συνέχιση αυτών των εθίμων. Εξάλλου μια ανέμελη και όχι απόλυτα αυστηρή περίοδος των τριών εβδομάδων ήταν αναγκαία και για τον ίδιο τον χριστιανισμό, ενόψει της αυστηρής και ανεόρταστης περιόδου της Σαρακοστής που ακολουθεί.

Επομένως πριν από την περίοδο της εγκρατείας, της νηστείας και της προσευχής, που αρχίζει από την Καθαρή Δευτέρα και τελειώνει το Μ. Σάββατο, δίνεται και στους χριστιανούς η ευκαιρία να χορέψουν, να διασκεδάσουν και να πούνε τολμηρά τραγούδια και αστεία. Αυτό το εορταστικό διάλειμμα είναι απαραίτητο απόθεμα για την ψυχική ισορροπία των ανθρώπων, ώστε να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες της ζωής με περισσότερο θάρρος και αισιοδοξία. Κατά το  διάστημα της Σαρακοστής, όπως είναι γνωστό, ούτε γάμοι ούτε χοροί και πανηγύρια γίνονται.

Η διάρκεια των εορτών

Οι αποκριές διαρκούν τρεις εβδομάδες, περιλαμβάνουν τέσσερις Κυριακές και προηγούνται από τις εφτά εβδομάδες της Μεγάλης Σαρακοστής. Οι τέσσερεις Κυριακές της αποκριάς είναι οι εξής:
1) Η Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, με την οποία ανοίγει το «Τριώδιο»
2) Η Κυριακή του Ασώτου
3) Η Κυριακή της Κρεοφάγου(αρβ. java e berrave = εβδομάδα των προβάτων)
4) Η Κυριακή της Τυροφάγου (Τυρινής, αρβ. java e makaruneve = εβδομάδα των μακαρονιών).

Οι ονομασίες των τριών εβδομάδων σε ορισμένα μέρη της Ελλάδος είναι: α) Προφωνή (επειδή τη διαλαλούσαν κήρυκες), β) Κρεατινή, γ) Τυρινή ή Μακαρονού.

Η ονομασία «Τριώδιο» οφείλεται στο ομώνυμο εκκλησιαστικό βιβλίο, που περιέχει ύμνους από την πρώτη Κυριακή της αποκριάς μέχρι το Μ. Σάββατο. Οι ύμνοι αυτοί ψάλλονται με τρεις ωδές, εν αντιθέσει με όλους τους υπόλοιπους ύμνους της εκκλησίας, που ψάλλονται με εννέα.

Οι αποκριές στην υπόλοιπη Ελλάδα

 

Σε όλο τον ελληνικό χώρο τους αποκριές γίνονταν και γίνονται μαζικές λαϊκές εορταστικές εκδηλώσεις, όπου κυριαρχεί η χαρά και η ευθυμία. Τα πλέον γραφικά και θορυβώδη έθιμα τα συναντάμε στην ηπειρωτική Ελλάδα, όπου μάλιστα τελούνται και δρώμενα από μεταμφιεσμένους, τους ο Καλόγερος και η Μπάμπω στη Μακεδονία, οι Κουδουνάτοι στη Σκύρο και αλλού, ο βλάχικος γάμος στη Θήβα κ.α. Στα δρώμενα αυτά σατιρίζονται, τους φορές με τολμηρές και αθυρόστομες εκφράσεις, πτυχές του κοινωνικού και οικογενειακού βίου.

Ο εορτασμός στην παλιά Αθήνα

Στην παλιά Αθήνα, κατά την εποχή τους τουρκοκρατίας, οι μασκαράδες ονομάζονταν είδωλα και έπαιζαν διάφορες σατυρικές σκηνές. Δημοφιλείς και θεαματικές παραδοσιακές σκηνές ήσαν τα ταράματα και τα ξόανα.

Τα ταράματα τα παρουσίαζε άνθρωπος, που ήταν μεταμφιεσμένος σε ζώο, π.χ. σε σκύλο, σε αρκούδα κ.λ.π. και έτρεχε τους δρόμους τους Πλάκας, ενώ τον κυνηγούσε πίσω του πλήθος, που έβγαζε κραυγές και προκαλούσε κρότους, χτυπώντας αντικείμενα και ντενεκέδες, για να τον φοβίσει (να ταραχτεί) Ο Δημ. Γρ. Καμπούρογλου γράφει ότι το έθιμο έχει τους ρίζες του τους αρχαίες διονυσιακές πομπές.

Τα ξόανα ήσαν ξύλινα κατασκευάσματα, πολύ θεαματικά και εντυπωσιακά, που παρουσίαζαν ανθρώπινες μορφές και τα περιέφεραν τους δρόμους, κυρίως στην περιοχή του Ψυρή. Παρόλο που ο Καμπούρογλου δεν περιγράφει τους μορφές τους, μαντεύουμε ότι αυτές θα προκαλούσαν το γέλιο, ίσως ακόμα και τον φόβο (βλ. Δ. Γρ. Καμπούρογλου Ιστορία των Αθηναίων, τ. Γ΄, σ. 219).

Οι μουσούνες στα Μεσόγεια

Με την έναρξη του Τριωδίου, Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, έκαναν δειλά – δειλά την εμφάνισή τους οι πρώτοι μασκαράδες – οι λεγόμενες «μουσούνες» - που ήσαν κυρίως παιδιά μικρής σχετικά ηλικίας. Την τελευταία εβδομάδα οι μουσούνες πλήθαιναν, ήσαν άτομα κάθε ηλικίας, πλην των γέρων, με αποκορύφωμα την Κυριακή τους Τυρινής. (Η λέξη μουσούνα δεν είναι αρβανίτικη, αλλά βενετική (musona = μάσκα). Στο ελληνικό λεξιλόγιο έχει καθιερωθεί πλέον ως «μουτσούνα», με την ίδια έννοια).

Φαντασία και αυτοσχεδιασμός

Οι προγονοί μας δεν είχαν βέβαια την πολυτέλεια να αγοράζουν αποκριάτικες στολές. Γι’ αυτό δούλευε η δική τους δημιουργική φαντασία. Έβγαζαν από το μπαούλο υπολείμματα ενδυμασιών, που είχαν φορέσει μακαρίτες παππούδες και γιαγιάδες, τους πουκάμισα, ζιπούνια, μαντίλια, πανωβράκια και φέσια και προσπαθούσαν να ντυθούν μ’ αυτά κάνοντας αταίριαστους και αστείους συνδυασμούς.  Κι όταν αυτά δεν επαρκούσαν, επιστράτευαν από το γιούκο σεντόνια, καραμελάδες και χράμια. Για να μη γνωριζόταν το πρόσωπό τους, το άλειφαν με μουντζούρα, που έπαιρναν από το τηγάνι, το τσουκάλι ή το καζάνι ή το κάλυπταν με διαφανές μαντήλι. Όταν τους χρειάζονταν μουστάκια και γένια, κολλούσαν μαλλιά από πρόβατο. Σπάνιες ήσαν οι μάσκες, τους οποίες οι μασκαράδες αντί να τους αγοράζουν, προτιμούσαν να τους φτιάχνουν μόνοι τους από χαρτόνι. Αρκετά δημοφιλές μασκάρεμα ήταν να ντύνονται παπάδες. Ως καλυμμαύχι φορούσαν στο κεφάλι ένα μουντζουρωμένο τέντζερη. Η εμφάνιση γενικά των μουσούνων ήταν άγρια και τρομακτική, αλλά πάντως κωμική.

Η χωριάτισσα «σκλήρα» με το σκυλάκι

Αναφέρονται ωστόσο και άλλες πιο εκλεπτισμένες εμφανίσεις σε δημόσιους χορούς, λίγο πριν το 1900, όπως η χωρική που ντύθηκε σαν αθηναία κυρία («σκλήρα»). Αυτή κρατούσε στο ένα χέρι το ομπρελίνο της και από το άλλο το σκυλάκι της. Άλλος μασκαρεμένος κρατούσε το σκυλάκι του, που το είχε ντύσει με «φωτίκια», δηλ. ρούχα βαφτιστικά, με παντελονάκι, παπουτσάκια και καπελάκι. Άλλοι δανείζονταν από τους βλάχους της περιοχής τους φουστανέλες και ντύνονταν τσολιάδες.

Οι μουσούνες ήσαν άντρες, γυναίκες και παιδιά, που έκαναν επισκέψεις σε συγγενικά ή φιλικά σπίτια, όπου τους δέχονταν με χαρά και τους κερνούσαν. Αν κάποιος από τους οικείους επιχειρούσε να αποκαλύψει την ταυτότητα της μουσούνας, αντιμετώπιζε συνήθως τη βίαιη αντίδρασή της, γιατί όλοι σχεδόν οι μασκαρεμένοι κρατούσαν στα χέρια τους ραβδιά. Πάντως όλοι αποκαλύπτονταν με τη δική τους θέληση πριν αποχωρήσουν από το φιλικό τους σπίτι.

Την ημέρα που άνοιγε το Τριώδιο δεν γινόταν τίποτε το θεαματικό. Απλώς σε κάθε σπίτι η γιαγιά μοίραζε στην οικογένεια και σε μερικές επισκέπτριες γειτόνισσες στραγάλια, ξερά σύκα ή σταφίδες και κερνούσε γλυκό κρασί. Ανάλογα με την όρεξη, μπορεί να στηνόταν και μικρός χορός από λίγα άτομα.

Ακόμα από νεαρά άτομα παίζονταν αυτοσχέδια θεατρικά δρώμενα, με θέμα την απαγωγή μιας κοπέλας από τον επίδοξο γαμπρό  ή την απαγωγή της από κάποιον ληστή. Σατιρίζονταν επίσης διάφορα γνωστά και γραφικά πρόσωπα, για τον τρόπο που μιλούσαν ή περπατούσαν ή συμπεριφέρονταν σε τρίτους.

Το καρναβάλι του «Ρας Τάφαρη»

Κατά την προπολεμική περίοδο (1936 -1940) οργανωνόταν στο Κορωπί παρέλαση καρναβαλιού, όχι με κοινοτική πρωτοβουλία, αλλά με ιδιωτική, του ταλαντούχου Βασίλη Παπαμιχάλη, που έμεινε στην ιστορία του χωριού ως «Ρας Τάφαρης», επειδή υποδυόταν τον ομώνυμο αυτοκράτορα της Αιθιοπίας. Οι θεατές διασκέδαζαν με τους αστείους διαλόγους μεταξύ Ρας Τάφαρη και Μουσολίνι, τα περασμένα στη σούβλα ποντίκια, τους γαϊδάρους που φορούσαν παντελόνια κ.λ.π.  Το καρναβάλι αυτό σημείωσε πολύ μεγάλη επιτυχία, χάρη στις διοργανωτικές ικανότητες, αλλά και στην ευρηματικότητα και το χιούμορ του διοργανωτή. (Λεπτομέρειες υπάρχουν στο βιβλίο μου Ιστορίες με άρωμα χωριού, βλ. διήγημα Ο Ρας – Τάφαρης και το καρναβάλι).

(*) Ο Γιάννης Πρόφης είναι λαογράφος, συγγραφέας και ζωγράφος

(το φωτογραφικό υλικό ανήκει στον Γιάννη Πρόφη)
Διαβάστε περισσότερα »

Η κοινωνία και οι εργαζόμενοι σε πολλαπλές δραστηριότητες και πρωτοβουλίες κατά της ιδιωτικοποίησης του νερού

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΡΟ

22 ΜΑΡΤΙΟΥ 2013 

 

'Ας φυλάξουμε το νερό, σαν το πιο πολύτιμο αγαθό
 
Διαφημιστική καμπάνια της ΕΥΔΑΠ το 1995 
για την προστασία του νερού, επίκαιρη όσο ποτέ!

ΠΗΓΗ:www.eydap.gr


Διαβάστε περισσότερα »

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Ο Δάσκαλος. McCourt, Frank

McCourt, Frank, 1931-2009

 
Ο Φρανκ Μακ Κορτ (1931-2009) γεννήθηκε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης από γονείς Ιρλανδούς μετανάστες. Μεγάλωσε στο Λίμερικ της Ιρλανδίας και επέστρεψε στην Αμερική το 1949. Για τριάντα χρόνια δίδαξε σε διάφορα λύκεια και κολέγια της Νέας Υόρκης. Το 1996 κέρδισε το βραβείο National Book Critics Circle Award και την επόμενη χρονιά, το 1997, το βραβείο Πούλιτζερ για το βιβλίο του "Οι στάχτες της Άντζελα", μια εξιστόρηση των δυσκολιών των παιδικών του χρόνων στην πατρίδα του, που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Άλαν Πάρκερ. Πέθανε στις 19 Ιουλίου 2009 στο Μανχάταν της Ν. Υόρκης, σε ηλικία 78 ετών.
Σχεδόν πριν από μια δεκαετία, ο Φρανκ ΜακΚόρτ συναντήθηκε τελείως αναπάντεχα με τη διασημότητα, όταν, σε ηλικία εξήντα έξι ετών, έκανε την πολύκροτη εμφάνισή του στη λογοτεχνία με τις "Στάχτες της Άντζελα", ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο για τα παιδικά του χρόνια στο Λίμερικ της Ιρλανδίας, το οποίο του χάρισε το Βραβείο Pulitzer. Ακολούθησε "Η γη της επαγγελίας", μια απολαυστική περιγραφή των πρώτων χρόνων που έζησε στη Νέα Υόρκη.
 
Έχουμε, επιτέλους, στα χέρια μας το από καιρό αναμενόμενο βιβλίο του ΜακΚόρτ για το πώς η τριακονταετής διδασκαλική σταδιοδρομία του στα λύκεια της Νέας Υόρκης διαμόρφωσε τη δεύτερη πράξη της ζωής του ως συγγραφέα.
 Ο δάσκαλος είναι ένας αναγκαίος φόρος τιμής στους δασκάλους όλου του κόσμου. Με πρόζα τολμηρή και νευρώδη, διαπνεόμενη από το εικονοκλαστικό πνεύμα του και τη σπαρακτική ειλικρίνειά του, ο ΜακΚόρτ καταγράφει τις δοκιμασίες, τους θριάμβους και τις εκπλήξεις που αντιμετωπίζει στα δημόσια λύκεια της Νέας Υόρκης. Αναπτύσσοντας μια κάθε άλλο παρά συμβατική μέθοδο διδασκαλίας αφήνει το στίγμα του στις καρδιές των μαθητών του, αναθέτοντάς τους να γράψουν ευρηματικές εργασίες, παρακινώντας τους σε ευτράπελα ωδικά δρώμενα κι οδηγώντας τους σε περιπετειώδεις εκπαιδευτικές εκδρομές.

Ο McCourt αγωνίζεται μέρα την ημέρα να βρει τον δρόμο του μέσα στην τάξη, ενώ περνά τα βράδια του πίνοντας με συγγραφείς κι ονειρευόμενος πως κάποτε θα κατορθώσει να βάλει την ιστορία της ζωής του στο χαρτί.
 
 Ο δάσκαλος μάς δείχνει πώς ο ΜακΚόρτ ανέπτυξε αυτή την απαράμιλλη ικανότητα ν' αφηγείται σπουδαίες ιστορίες, καθώς, πέντε μέρες την εβδομάδα και πέντε διδακτικές ώρες την ημέρα, μοχθεί για να κερδίσει την προσοχή και τον σεβασμό ατίθασων, αδιάφορων, μεθυσμένων από τη νιότη τους εφήβων.
 
 Ο κλυδωνιζόμενος γάμος του, η αποτυχημένη απόπειρά του να ολοκληρώσει μια διδακτορική διατριβή στο Κολέγιο Τρίνιτυ, στο Δουβλίνο, και οι επανειλημμένες απολύσεις του εξαιτίας της τάσης του να αυθαδιάζει στους προϊσταμένους του, κατά ειρωνικό τρόπο τον οδηγούν στο πιο έγκριτο σχολείο της Νέας Υόρκης, στο Λύκειο Στάυβεσαντ, όπου επιτέλους βρίσκει τη θέση του και τη φωνή του.
"Το ακατάβλητο πείσμα μου", λέει, "μπορεί να μη είναι τόσο λαμπερό προτέρημα όσο η φιλοδοξία, το ταλέντο, η ευφυΐα ή η γοητεία, αλλ' ωστόσο είναι το μόνο πράγμα που με βοήθησε να τα φέρω βόλτα στα πάνω και στα κάτω της ζωής μου".
Για τον ΜακΚόρτ, το ν' αφηγείται ιστορίες είναι μια πηγή σωτηρίας, και στον Δάσκαλο το ταξίδι της λύτρωσης -και της λογοτεχνικής φήμης- είναι μια διασκεδαστική περιπέτεια.

Interview With Frank McCourt

 

Frank McCourt, the author of Angela's Ashes and 'Tis, is a retired English teacher. He lives in New York City.

Click here to listen to this interview

Q: What do you see as some of the major obstacles to improving public schools in our country?

We don't like our kids. This is a country, this is a nation of people who don't like their kids. Therefore, the teachers are baby sitters. We don't look at teachers as scholars the way they do in Europe. In Spain you're called a professor if you're a high school teacher, and they pay teachers, they pay teachers in Europe. We don't here. We resent if, we resent giving them pay raises. If they rise up and say we need a cost of living adjustment, [we say], "Oh, what do you mean you need a cost of living adjustment? Look at all the time you've got off. You're finished at 3 o'clock, never mind that you go home with a bag of papers to correct, and then you have the summers off. These teachers with their summers off! Oh my, I wish I were a teacher." Well, there's nobody stopping you from becoming a teacher! Go and become a teacher, dammit! All these so called professionals, investment bankers and lawyers, [they say], "Oh these teachers have their summers off." You know what most teachers do? They go out and get a job to subsidize their miserable pittance they get from most community boards and boards of education.

Q: Why did you become a teacher?

When I got out of the army I had the GI Bill. Since I had no high school education or anything like that, I came to NYU and they took a chance on me and let me in. I suppose I was what you might call a mature student of 22. And, I thought, I'd like, at one time I thought I'd like to become a journalist, but because I had no education, and because I'd come from this horrible background of poverty and so on, no education, no self esteem, so I didn't see myself mingling with two-fisted, hard-bitten journalists. I would dream of going up to the New York Times and asking them if I could please be a copy boy or let me scrub the toilets or something like that. But I couldn't rise to those heights. So the two things I liked most of all were books and children. I used to see American movies where the teacher is there in the classroom and all the kids file in -- it was usually a movie about Nebraska or something like that where everybody's white and blue eyed, and there's Doug the quarterback and Susan the beauty queen, and they sit there with their pens poised while you discourse most eloquently on John Donne, and they'd all sit there and they would love me to death and I would be the hero of the community. Well, it didn't turn out like that. I became a teacher all right. I wanted to become a teacher because I had a misconception about it. I didn't know that I'd be going into, when I first became a high school teacher in New York, that I'd be going into a battle zone, and no one prepared me for that. They're all natural enemies, teenagers are all natural enemies, they're really animals, but I love them, I love animals, and the average teenager should be sent to some remote place like Australia, till he's 20. But I like the teaching because it keeps you on your toes all the time. You can't back off, and some teachers say, "Oh, give them busy work." Well, when you're with bright kids you can't give them busy work, but..it keeps you... in a sense it's like Hemingway talking about grace under pressure. You're facing the bull, and that moment that the bull's horn comes close to you is the moment at which you could die. That's what it's like going into the classroom -- you could die in there.

Q: How did you learn to be a successful teacher?

There was what you would call a turning point in my life. I was ill-prepared and insecure -- because I had never been in a high school in my life -- in this first job. I knew nothing about American kids and their strange tribal ways, and it seemed to me that they were throbbing with sexuality, which you wouldn't find in Ireland, because they'd knock it out of you. But here, there's boys and girls in the class, and I didn't know what to do; and the only models I had for teaching were Irish school masters, and that was all threat, sticks, straps, and physical beatings. So, of course I wasn't gonna, there was gonna be no physical beating...there were kids in those classes who were on the football team, and would've broken me in two. But I would become frustrated and I would yell at them, I'd say to them, "You better keep up now, you're not doing the work, you're not bringing in your textbooks," and so on, and I'd rant and rave. 'Til one day there was a little African-American girl sitting in the front row -- Sylvia -- and she was beautiful and always impeccably dressed. And one day she said, "Mr. McCourt!" "What?" "Mr. McCourt." "What?" "Chill Out!" So, that was the first time I ever heard that expression, but I knew what it meant, so I chilled. What that meant was I became more and more of a human being. I dropped the Irish schoolmaster mask. It didn't work anymore. What I learned then was the main device, if you want to call it that for a successful teacher, was honesty. I said look, we're in this together, I'm learning, I would say that, I'm learning. This is what I discovered years and years and years later, I was the big learner out of this teaching experience.

Q: Tell us about your first teaching experience.

When I got my first teaching job, which was on Staten Island in 1958, I took over in midterm spring of '58 for an old lady named Ms. Mudd, m-u-d-d. And she was just, she just, the kids were driving her crazy. And she said to me, "They're driving me crazy," she says to me, "You look out this window," and the school overlooked New York Harbor. She said, "You look out this window in a week, and you'll see this ship passing by, and you'll see me waving from this cruise ship, and the two things I never want to see again is Staten Island and teenagers!"
She left me with mounds, piles of old papers and books, and I went rummaging through the old papers, and I didn't know what to do with the kids, so I had them reading these old papers, and some of them went back to the Second World War. And they were compositions written by young Staten Island students at that time, who later went off to war, off to the Second World War. And some of the kids in my class discovered these papers, and they were overcome: "This was my father, this was my uncle, this was my cousin Vinny," and so on. And it was so exciting, and I said to them, "This composition paper is crumbling," and they would copy them, and they were taking them home to their families, "Look what Uncle Vinny..." And this was a tremendous moment. It was my bridge to the kids. There was such a feeling of community, and emotion, because sometimes the kids, girls and boys, would come across some item from the Second World War from somebody in their family who had been a student at McKee. And, they would be overcome and have to run out of the room. That was one, I think that was my first bridge to them.

Q: How did you balance the emotional needs of students with their intellectual ones?

These girls would come from, I had one class of 35 girls come in these white dresses, uniforms or whatever they are, with hair, hairdos, these beehive hairdos, where you could raise a sparrow in each family. They came into my class and they sat, this first day they sat down, and they took out little boxes, and they started doing their nails and plucking their eyebrows, and fixing their eyelids and so on, eyelashes, and I said what -- this was a vocational high school -- I said, "What shop is this?" "Cosmetology." I said, "What's cosmetology?" "Beauty culture." And then they'd comment on me, they'd say, "Yo teach, your hair is a mess, your nails need work. Why don't you come up to beauty culture and we'll do you?" That was an invitation I declined.
But all of this was human stuff and it had nothing to do with the curriculum. In the meantime, I'm finding my way, because nobody was there to help me. I'm finding my way through this education minefield. I'd go up to the teacher's cafeteria at lunchtime. On one side of the cafeteria the old timers were gathered -- they're giving me advice, and they're saying, traditional and conservative and they've been through it, and they say you know, "You're the boss in that classroom, you tell them what to do, don't ever tell them anything about yourself, nothing private." Then I'd go to the other side of the cafeteria, and there are the younger teachers who were progressive, you know, students of John Dewey, and they'd say, "Well, you know, these kids are people. These are real people and we have to meet their felt needs." I didn't know what a felt need was, but I guess I tried to meet their felt needs. It was a long, slow process, because there's no, there's no method or technique by which you can become a successful teacher overnight. It takes years. And it's like writing I suppose, or like any art, or any human endeavor -- you have to find your own way. You have to find your own style, techniques and style. So, I found my own style after a while, and sometimes I would imitate other teachers who had certain ways of dealing with classes. Didn't work, never worked. It's like being a writer. You imitate Faulkner, you imitate Hemingway, you imitate Scott Fitzgerald, but in the end you find your own voice, and your own style, and that's what I had to do as a teacher.

Q: Describe a typical day of teaching as you remember it.

Most teachers would have, first period on the second floor, then it's up to the sixth floor for the second period, down to third floor for the third period, and in between, in between the second and third period you had what they call homeroom, official class. You had this group of kids, and you had to take their attendance, give them bus passes and food vouchers and whatever, and get excuses for the previous day's absence. You had to keep all these records. You were like a big clerk, a bookkeeper. And then you go to your next class. So there were five classes, so you'd have lunch, and then you'd have what they call, somewhere along the line, a building assignment. And my building assignment most the time was to supervise the student cafeteria. And you'd go in there and you'd hear them feeding, swilling, and whining and moaning about the food and you see kids throwing food away and you think of your own childhood when we would have eaten the stuff out of the garbage can, and I was convinced, they'd say, "Oh, this is terrible, this hot dog." I was convinced that most of these kids were gourmets. They went home to bouillabaisse every night or fine wines. Then, if you're an English teacher, if you've been foolish enough to give them an assignment, they hand it in. And you take it home in a bag. You go home and your heart is heavy because you have 170 kids. Now if you give them an assignment 250 words, multiply 170 by 250, and that's like reading the Encyclopedia Britannica. And there's another book you'd like to read or a movie you'd like to see, or you'd like to talk to your wife once in a while, but you have all these papers. Sunday night comes. That's the worst night of the week for any teacher in the country because they know this stuff is piled up and they're in such a state of despair. And you try to do it, and like any kid who has homework to do, "I'll get up in the morning and do it." Well you know you're not going to do 170 papers, so you do what you can, and try to get it back to them, but the load never lightened.

Q: Why are teachers important in our society?

What's the most precious material we have in the country: children. If we don't give them the best keepers and mentors and teachers, we're destroying them. We're destroying the country. They are the future, and the teachers are there everyday with the future. And we're so careless about that. We underpay teachers, we hire poorly prepared teachers, and we don't help them. We don't go into the schools and help them, "What can I do?" We don't participate. It's a matter of taking care of the children. If you have a child who's ill, you want the best doctor. You want the best surgeon, "I want the best surgeon for my child." But do we say that about teachers? No, we don't. We know that surgeons are well paid, they better be well paid, they don't want to have worries at home. It should be the same way with teachers. They're the single most important professsion in the country because they're shaping the future. And some of them are misshaping the future or they're not being helped by us. And as I said before, we don't like our children. Because the proof of it is how we treat our teachers. That's the one fine and significant proof: how you treat your teachers. And they're treated badly.

Q: What can we do to help improve our nation's schools?

One of the reasons the schools are in such a state is no one consults the teachers. I used to watch some of these programs on television and you'd have somebody from some corporation, and you'd see some jerk from the think tank, and then you'd have a union official, and I'd call... One time I called Channel 13 in New York, they had one of these discussions about schools, and I said -- they were inviting us, calls from the outside -- and the lady said, "Well what would your question be?"
And I said, "Why don't you have a teacher on this panel?"
"Oh, that's a very interesting question..."
I said, "It's about schools, isn't it?"
"Yes."
But I never got through. One never gets through.

ΠΗΓΗ
Διαβάστε περισσότερα »

Νέο Δ.Σ. στην Ένωση Γονέων Παλλήνης. Η καταξιωμένη της προσφορά απαιτεί και ανάλογη συνέχεια στον δοκιμαζόμενο χώρο της Δημόσιας Παιδείας.


Διαβάστε περισσότερα »

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

EL BOLA από τη Κινηματογραφική Λέσχη Παλλήνης. Τετάρτη 13 Μαρτίου στις 21:00.



Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

Η μαραθώνεια διαμαρτυρία του Βασίλη Λέκκα με σκοπό την αφύπνιση των πολιτών από τα τεκταινόμενα στη χώρα μας.


Ο δικός μας Βασίλης Λέκκας, για όσους δεν το γνωρίζουν είναι κάτοικος Δήμου Παλλήνης, αύριο, Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013 και ώρα 6.00 π.μ., με αφετηρία, τον ιερό, ιστορικά, Τύμβο του Μαραθώνα και σημείο προορισμού, τον Ιερό Βράχο της Ακροπόλεως, ο τραγουδιστής, Βασίλης Λέκκας, επαναλαμβάνει, για δεύτερη φορά, μετά από δυόμισι χρόνια, την αγωνιστική του πορεία,


 και προσκαλεί όλους τους πολίτες, να συμμετέχουν μαζί του, με σκοπό, 
την αφύπνιση και την προτροπή, εναντίον μιας γενικής παθητικής παρατήρησης των πολιτικών τεκταινομένων, στη χώρα μας και εναντίον της αυτοκαταστροφικής αδράνειας.
Διαβάστε στη συνέχεια τη συνέντευξη του Βασίλη Λέκκα στη Μαρία Παπαδάκη μετά την Μαραθώνια πορεία του 

«Η πρώτη του μαραθώνια πορεία, η οποία και δεν κοινοποιήθηκε, από τα Μ.Μ.Ε., πραγματοποιήθηκε, στις 13 Οκτωβρίου – 2010, σε μία χρονική στιγμή που η Ελλάδα βρισκόταν, ήδη, σε πολύ δεινή θέση, χωρίς, ωστόσο, να υπάρχουν έντονες λαϊκές αντιδράσεις. Το σύνθημά του ήταν:



«ΛΑΕ, ΜΗΝ ΠΝΙΓΕΙΣ ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΣΟΥ – ΟΛΟΙ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ».
Το σύνθημα της αυριανής του πορείας είναι ακριβώς το ίδιο, επειδή, τα πράγματα στη χώρα μας, όχι μόνο δε βελτιώθηκαν αλλά, αντιθέτως, χειροτέρευσαν, στο έπακρον.

Στην Ελλάδα, που βρίσκεται, κάτω από την «μνημονιακή κηδεμονία», λαμβάνει χώρα η μεγαλύτερη - μη βίαιη ανακατανομή πλούτου και απο-απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας, υπέρ των τραπεζών και άλλων "διεθνών οργανισμών", σε βάρος των μικρομεσαίων και ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων και, γενικώς, των παραγωγικών ομάδων. Αυτό συμβαίνει παράλληλα, με το απεχθές αντίτιμο της απώλειας της εθνικής κυριαρχίας (ανεξαρτησίας), την εκποίηση του εθνικού πλούτου ολόκληρης της χώρας και την παραβίαση θεμελιωδών συνταγματικών αρχών και δικαιωμάτων, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Αρείου Πάγου.
Προφανώς, το σύστημα δε λειτουργεί, η κατάσταση επιδεινώνεται, διαρκώς, με γεωμετρική πρόοδο, υπό το άλλοθι μιας, δήθεν, οικονομικής κρίσης που, σύμφωνα με διεθνείς, έγκριτους οικονομολόγους, αποτελεί, μια οικονομική παγίδα.


Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες μετατρέπονται σε φτωχό λαό. Ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι προ των πυλών. Αυτό αποδεικνύεται, καθημερινά, στην πράξη αλλά και επίσημα, σύμφωνα με τα ερευνητικά ευρήματα της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας. Η ανεργία έχει υπερβεί κάθε όριο. Η κοινωνική πρόνοια διαμελίζεται καθημερινά. Οι νευραλγικοί τομείς της Υγείας, της Παιδείας, των Υποδομών και της Ανάπτυξης καταρρέουν. Η κοινωνικές ανάγκες έχουν αρχίσει, να ικανοποιούνται, από τον εθελοντισμό των πολιτών. Υπάρχει κρίση ηθικών και πολιτιστικών αξιών και το μόνο φως που διαφαίνεται, πηγάζει, από μεμονωμένες προσπάθειες ατόμων ή κοινωνικών ομάδων που, όμως, δεν επαρκούν, για να ανατρέψουν την αποπνικτική αυτή κατάσταση.


Το χειρότερο, όμως, είναι, ότι πολλοί άνθρωποι έφτασαν στο σημείο, να στρέφονται, πλέον, κατά του εαυτού τους. Δυστυχώς, σύμφωνα με τους ειδικούς, συντελείται μια αληθινή γενοκτονία. Ο αριθμός των 3.500 αυτοκτονιών, στη χώρα μας, απο το 2010 που ξεκίνησε η «οικονομική κρίση» μέχρι και σήμερα, είναι, πραγματικά τραγικός και πρωτοφανής, για τα ελληνικά δεδομένα. Παράλληλα, ο αριθμός των συνανθρώπων μας που πάσχουν από κατάθλιψη και κινδυνεύει η ψυχική τους υγεία, συνεχώς, μεγαλώνει...


Πόση αβεβαιότητα και ανασφάλεια μπορεί να αντέξει μια ανθρώπινη κοινωνία και τι είναι ικανός, να κάνει ο άνθρωπος, για να την εξισορροπήσει; Δυστυχώς, αρχίζει να φαίνεται η σκοτεινή όψη του νομίσματος, με την απώλεια του ελέγχου, με την παραπληροφόρηση, με την αύξηση της παραβατικότητας και της εγκληματικότητας, με την επαναφορά απαράδεκτων παρελθοντικών πρακτικών, με την άνοδο αντικοινωνικών ιδεολογιών, όπως είναι οι κοινωνικές διακρίσεις και με κορυφαία παραδείγματα, τον ρατσισμό και την ξενοφοβία.
Σύμφωνα με τη λογική σκέψη, η δραματική κατάσταση που βιώνουμε, δεν αποτελεί δική μας επιλογή. Πρέπει, όμως, να αντιληφθούμε ότι αποτελούμε μέρος του προβλήματος και πρέπει να επιλέξουμε, πώς θα διαχειριστούμε την παρούσα κατάσταση, στη συνέχεια. Δεν θα πρέπει να αδρανούμε. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία. Η λύση είμαστε εμείς!


«Κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια,
είναι η άνοιξη που δεν έφερες».

«Κάνε άλμα, πιο γρήγορο, από τη φθορά».

Οδυσσέας Ελύτης

ΟΛΟΙ ΚΑΙ ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ, ΑΥΡΙΟ, ΣΤΗ ΜΑΡΑΘΩΝΙΑ ΠΟΡΕΙΑ!

------------------------------------

Συνέντευξη του Βασίλη Λέκκα στη Μαρία Παπαδάκη μετά την Μαραθώνια πορεία του 


mousikorama-lekkas-003Ο Βασίλης ο Λέκκας, ο ερμηνευτής σπουδαίων μουσικών έργων μεγάλων συνθετών, στιχουργών και ποιητών, επαναστατεί γι’ ακόμα μια φορά, διαμαρτυρόμενος για όλ’ αυτά που γίνονται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα και λιθοβολούν τις ζωές μας και πορεύεται σε μια πορεία 45 χιλιομέτρων, ξεκινώντας από τον Τύμβο του Μαραθώνα και φτάνοντας στον ιερό βράχο της Ακρόπολης.  Εξουθενωμένος και πολύ ταλαιπωρημένος απ’ την πορεία τόσων χιλιομέτρων , με φόντο τον ιερό βράχο της Ακρόπολης, μου λέει δυο λόγια για τη δεύτερη προσπάθειά του να αφυπνίσει συνειδήσεις και να ξυπνήσει αντιστάσεις. Την ίδια πορεία την είχε ξανακάνει το 2010. Ακούστε τον λοιπόν..

Συνέντευξη του Βασίλη Λέκκα στη Μαρία Παπαδάκη μετά την Μαραθώνια πορεία του


mousikorama-lekkas-000
mousikorama-lekkas-005  Μαρία: Για πες μου Βασίλη, πως σκέφτηκες και πως υλοποίησες αυτή την πορεία διαμαρτυρίας, που είχες ξανακάνει βέβαια το 2010, όταν τα πράγματα δεν είχαν φτάσει ακόμα στο χείλος του γκρεμού όπως είναι τώρα;

 Β. Λέκκας: Τι άλλο να κάνεις πια από δω και πέρα;  Όχι πως όλο αυτό ήταν εύκολο. Να σηκωθώ τώρα και να κάνω τόσα χιλιόμετρα με τα πόδια, από τον τύμβο του Μαραθώνα και να φτάσω στην Ακρόπολη και να έχω αυτή τη στιγμή τρομακτικούς πόνους, γιατί δεν είμαι και αθλητής για να μπορώ να το περάσω ανώδυνα, δεν είναι και το πιο απλό πράγμα του κόσμου. Όμως πλέον, όσες προσπάθειες κι’ αν γίνονται για να κοινοποιήσουμε την αγωνία των ανθρώπων, να ξαναπούμε πολλές φορές για τα θύματα της ζωής, για την ανεργία, για τους φοιτητές που είναι σμπαραλιασμένοι, για την παιδεία που δεν υπάρχει, για όλο το κοινωνικό σύστημα που καταρρέει, κι’ αυτοί είναι στον κόσμο τους, τελείως απέναντι απ’ το λαό, κι’ έχουν πλέον καταστεί επικίνδυνοι, συλλογικές πράξεις δηλαδή, ατομικές αντιστάσεις, οτιδήποτε, έχουνε το μηχανισμό να τις καταστέλλουν.
Κυκλοφορούν με μπράβους, με μαύρα αυτοκίνητα, με πιστολέρο, γιατί πρόκειται για μαφία πια. Κι’ αυτοί οι άνθρωποι, όταν βγαίνουνε καμιά φορά στα κανάλια και προσπαθούν να μιλήσουνε για ήθος, για στήριξη και ότι όλοι μαζί προσπαθούμε για να βγάλουμε τον τόπο απ’ το αδιέξοδο, μας κοροϊδεύουν και μας φτύνουν κατάμουτρα.

  Μαρία: Από που ξεκινήσατε και που καταλήξατε σ’ αυτή την πορεία Βασίλη;

  Β. Λέκκας: Ξεκίνησα απ’ τον τύμβο του Μαραθώνα. Στην πορεία, στο ύψος του Πικερμίου, της Παλλήνης  άρχισαν να έρχονται διάφοροι άνθρωποι. Και στην εξέλιξη της πορείας, φτάνοντας μέχρις εδώ, είχαμε μαζευτεί κάμποσοι. Είχα δε τη χαρά να έχω μία έκπληξη στην πορεία. Μου τηλεφώνησε ο γιος του Γρηγόρη του Λαμπράκη και πορεύθηκε μαζί μας από το ύψος της Αγίας Παρασκευής μέχρι σχεδόν στο ύψος της Πανόρμου. Κι’ αυτός επίσης ετοιμάζει κάτι και θα πρέπει να το στηρίξουμε όλοι. Φέτος συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από την πορεία που έκανε ο Λαμπράκης το 1963 και είχε τις συνέπειες που είχε. Πιστεύω λοιπόν πως κάποιος κόσμος πρέπει να στηρίξει αυτή την προσπάθεια. Νομίζω πως θα γίνει στις 21 Απριλίου.

  Μαρία:  Αντιδράσεις απ’ τον κόσμο είδες κατά τη διάρκεια της πορείας;

 Β. Λέκκας: Ναι, είδα. Ο κόσμος άνοιγε τα παράθυρα των αυτοκινήτων, έλεγε «μπράβο» και σήκωνε τα χέρια. Μπορεί βέβαια κάποιοι νάχουνε τις αντιρρήσεις τους, αλλά οι περισσότεροι δεν ήταν αρνητικοί σ’ αυτό που κάναμε, σε σχέση με την προηγούμενη φορά που κάποιοι ήτανε απορημένοι, ενώ τώρα είμαστε όλοι πιο συνειδητοποιημένοι.
Κι’ όταν φτάσαμε στο σημείο που συνήθως έχει κίνηση, στο ύψος της Αλεξάνδρας, Μιχαλακοπούλου, μέχρι κάτω στο Καλλιμάρμαρο και μετά βέβαια στην Ακρόπολη, υπήρχε τελείως διαφορετικό κλίμα.
Θέλω αυτή την πορεία να την αφιερώσω σ’ όλους τους Έλληνες και προπαντός στα παιδιά μας, που τάχουμε καταδικάσει και δεν έχουμε να τους δώσουμε τίποτα πια. Πρέπει όμως να τους δείξουμε πως δεν εγκαταλείπουμε τον αγώνα.

  Μαρία: Γιατί αποφάσισες να κάνεις σήμερα αυτή την πορεία;

 Β. Λέκκας: Γιατί η προετοιμασία, όταν δεν προέρχεται από κάποιο γεγονός αθλητικό και αφορά πολύ κόσμο, ώστε η επιλογή μιας ημερομηνίας να δώσει και στίγμα και να οργανωθείς, είναι τελείως διαφορετικό. Απ’ τη στιγμή που έγινε λοιπόν από μένα, ήθελα νάχω μια ψυχολογική κατ’ αρχήν δύναμη για την προετοιμασία για να μπορέσω να εκπληρώσω όλο αυτό που έχω αποφασίσει. Γιατί δεν γίνεται απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. Δεν είμαι αθλητής εγώ.

  Μαρία: Γι’ αυτό σε ρωτάω Βασίλη. Επειδή χθες το ανακοίνωσες, σήμερα το έκανες.

 Β. Λέκκας: Ήταν απλά θέμα ανακοίνωσης. Η προετοιμασία μου η ψυχολογική έχει δουλευτεί εδώ και καιρό. Και το ότι αποφάσισα να το κάνω χθες, είχα δίκιο. Το γεγονός πως ότι λειτούργησε, λειτούργησε μέσα απ’ το διαδίκτυο και μερικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, από κει και πέρα η λογική του να υποβαθμιστεί μέσα απ’ τα κανάλια είναι ότι χειρότερο. Αν τους είχα δώσει λοιπόν χρόνο, θα το είχαν υποβαθμίσει με όσους τρόπους μπορούσαν.

Βασίλης Λέκκας και Μαρία ΠαπαδάκηΒασίλης Λέκκας και Μαρία Παπαδάκη  Μαρία:  Ίσως όμως, αν τόκανες Κυριακή, μέρα αργίας, θα μπορούσε να συμπορευτεί μαζί σου πιο πολύς κόσμος. Έτσι δεν είναι;

 Β. Λέκκας: Μαρία μου, το μήνυμά μου δεν ήταν να μ’ ακολουθήσουν από την αρχή, ούτε ν’ αφήσουν τις δουλειές τους οι εργαζόμενοι. Στο κάτω-κάτω υπάρχουν ένα εκατομμύριο άνεργοι. Δεν είναι βέβαια όλοι στην Αθήνα, αλλά είναι πάρα πολλοί. Ανεξάρτητα όμως απ’ αυτούς, υπάρχει η νεολαία, οι φοιτητές, γίνονται διαδηλώσεις. Δεν είναι μόνο η δικιά μας πορεία. Χθες ας πούμε μαζεύτηκε κόσμος στο Σύνταγμα. Ένας πυρήνας 50-100 ανθρώπων, μπορεί να κάνει θέμα, αλλά το σημαντικό δεν είναι το ναρθούνε είτε σε σημεία συνάντησης, είτε στη συνάντησή μας στην Ακρόπολη. Σημασία έχει κυρίως να κυκλοφορήσει όλο αυτό από στόμα σε στόμα. Αν γίνει αυτό, έχουμε κάνει ένα βήμα, πράγμα που σημαίνει πως ο κόσμος ενδιαφέρεται, που σημαίνει ότι τα κανάλια δεν έχουνε τρόπο να τα καπελώνουν όλα. Λυπάμαι δε πάρα πολύ γι’ αυτό που δεν καταλαβαίνουνε ή που δε θέλουν να καταλάβουνε. Παίζουν ένα παιχνίδι διχασμού και γι’ αυτό κάποια στιγμή θα κληθούν να λογοδοτήσουν.

ΠΗΓΗ
Διαβάστε περισσότερα »

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας. Η ισότιμη συμμετοχή της, εχέγγυο για την σωστή διαμόρφωση της κοινωνίας του αύριο.


Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας
 
Είναι γεγονός ότι ζούμε σε έναν κόσμο με ανισότητες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές, σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινότητα εκμετάλλευσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του παραγόμενου ανθρώπινου πλούτου.
Ο ρόλος της γυναίκας στη οικοδόμηση όλων των σύγχρονων κοινωνιών είναι αδιαμφισβήτητος. Υπάρχει όμως ακόμη δρόμος για την πραγματική ισότητα των δύο φύλων, για τη δημοκρατία στις αποφάσεις και για τη συμμετοχή της γυναίκας στην καθημερινή μας πρακτική.
Η ανεργία πλήττει με τριπλάσιους αριθμούς τις γυναίκες, ενώ η συμμετοχή της στα κοινά απαιτεί ακόμη μεγαλύτερες και τολμηρότερες πολιτικές αποφάσεις.
Η πραγματική αξία και η πραγματική απόδοση τιμής, δεν πρέπει να αφορά τις λίγες ίσως γυναίκες που ξεχωρίζουν αλλά τις πολλές που βρίσκονται στην αφάνεια. Και μιλάμε για τις γυναίκες αγρότισσες, μιλάμε για τις γυναίκες εργάτριες, μιλάμε για τις γυναίκες νοικοκυρές, μιλάμε για τις γυναίκες των απομακρυσμένων και απομονωμένων χωριών και νησιών μας, μιλάμε για όλες εκείνες τις γυναίκες που «παλεύουν» στην κυριολεξία καθημερινά, έχοντας λίγη ή και καθόλου βοήθεια. Και αυτό δεν διστάζουμε να το χαρακτηρίσουμε «ηρωισμό της καθημερινότητας».

Υπάρχουν πολλά ακόμη που απομένουν να γίνουν, για να υπάρχει πραγματικά αντιπροσωπευτική συμμετοχή των γυναικών σε όλους τους τομείς της καθημερινής ζωής. Η σημερινή γυναίκα έχει λόγο και ρόλο για το μέλλον και οφείλει να συμμετάσχει σε όλες τις διαδικασίες που θα το διαμορφώσουν.
 Και αυτό δεν είναι μια απλή επιλογή την οποία έχει: είναι υποχρέωσή της. Οχι μόνο σαν «γυναίκα» αλλά κυρίως και πάνω απ' όλα ως Πολίτης μιας δίκαιης και σύγχρονης κοινωνίας.
Λυτό που εμείς αισθανόμαστε την ανάγκη να επισημάνουμε είναι ότι οι αλλαγές που έχουν επέλθει τα τελευταία χρόνια, και οι οποίες αποτελούν αναμφίβολα σημαντικές κατακτήσεις των Γυναικών, οφείλουν να προχωρήσουν ακόμη περισσότερο αποτινάζοντας την γυναικεία καταπίεση, όπου ακόμη υφίσταται και αναιρώντας τον εξουσιαστικό χαρακτήρα των σχέσεων των δύο φύλων.
Η εποχή που βιώνουμε είναι η εποχή των ραγδαίων αλλαγών. Αναζητούμε νέα πρότυπα, νέες απαντήσεις απέναντι σε νέες προκλήσεις, μια νέα αντίληψη για την Δημοκρατία.

Η ισότιμη συμμετοχή της γυναίκας στην Κοινωνία, την Οικονομία, την Παιδεία, τον Πολιτισμό, την Απασχόληση και την Πολιτική αποτελεί το σταθερό εχέγγυο για την σωστή διαμόρφωση της κοινωνίας του αύριο.
Αναζητούμε νέα Δημοκρατική συνείδηση, που θα απαντά στις προκλήσεις της νέας εποχής.  Μόνο αν βαδίσουμε μαζί γυναίκες και άνδρες χωρίς προκαταλήψεις και αποκλεισμούς θα μπορέσουμε να πετύχουμε. Γι' αυτό η κατάκτηση της ισότητας,  αποτελεί υποχρέωση και ευθύνη όλων μας.
Πριν 3 χρόνια, έλεγα (και το επαναλαμβάνω κα σήμερα)  στην εισαγωγή της εκδήλωσης που είχε γίνει με πρωτοβουλία του Αναπτυξιακού Συνδέσμου Πολιτών Ανατολικής Αττικής :
Στόχος μας είναι να συμβάλλουμε στη δημιουργία της νέας γενιάς των ενεργών πολιτών, αυτών που η συμμετοχικότητα θα γίνει τρόπος ζωής και όχι ο «ωχαδερφισμός». Αυτό το πείραμα που επιχειρείται τα τελευταία χρόνια μέσω των οργανώσεων πολιτών, των συλλόγων γονέων και κηδεμόνων και του Αναπτυξιακού Συνδέσμου, έχει άρωμα δημιουργικό και μέσω της νέας γενιάς θα γίνει ακόμη πιο δυνατό.
 Απευθυνόμαστε στις «ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ»  να επικεντρωθούν στους κοινούς στόχους και επιδιώξεις που έχουμε για την κοινωνία την σημερινή καθώς και αυτή της νέας γενιάς που έρχεται ορμητικά.
Είναι επιτακτική ανάγκη Γυναίκες και Άνδρες με την ενεργό παρουσία μας να συμβάλλουμε με όλους τους δυνατούς τρόπους στην επίλυση προβλημάτων της περιοχής μας.
Διαβάστε περισσότερα »